του Αργύρη Δεμερτζή
«Με τη διάταξη αυτή το ΥΠΕΝ επιχειρεί να οργανώσει ορθολογικά το χώρο και να εξαλείψει την άναρχη εκτός σχεδίου δόμηση, που οδηγεί σε σημαντικές αρνητικές επιπτώσεις στο αστικό και έξω-αστικό τοπίο, καθώς και στο φυσικό περιβάλλον», αναφέρει το υπουργείο Περιβάλλοντος και Ενέργειας για τη νέα ρύθμιση που εισάγει στο νομοσχέδιο που έθεσε σε διαβούλευση και προβλέπει τη δυνατότητα πολεοδόμησης σε τμήματα περιοχών Natura που βρίσκονται σε επαφή με περιοχές εντός σχεδίου ή ορίων οικισμού, με τεκμηρίωση από τοπικό ή ειδικό πολεοδομικό σχέδιο.
♦ Το υπουργείο Περιβάλλοντος επιχειρεί για μία ακόμη φορά, να δώσει λύση σε ένα πρόβλημα που αφορά στις περιπέτειες των ΕΠΜ, που ξεκινούν πριν σαράντα χρόνια από τη θεσμοθέτηση τους με το νόμο 1650/1986, και συνεχίζονται έως σήμερα, έχοντας φτάσει πλέον σε πλήρες αδιέξοδο.
♦ Οι Ειδικές Περιβαλλοντικές Μελέτες έρχονται σε πλήρη σύγκρουση με το νέο πολεοδομικό και χωροταξικό σχεδιασμό. Διαπιστώνεται εκ των υστέρων ότι το 2020, στο θεσμικό πλαίσιο που θεσπίστηκε επί υπουργίας στο ΥΠΕΝ Κωστή Χατζηδάκη σημερινού αντιπροέδρου της κυβέρνησης και Δημήτρη Οικονόμου τότε εξωκοινοβουλευτικού υφυπουργού, που σήμερα ιδιωτεύει για τις 23 νέες Ειδικές Περιβαλλοντικές Μελέτες, που καθορίζουν το καθεστώς προστασίας στις 446 περιοχές Natura, οι οποίες καλύπτουν σε έκταση το 28% της χώρας τέθηκαν «υπέρμετρες απαγορεύσεις». Και επιχειρείται τώρα με τη νέα νομοθετική ρύθμιση, που εισάγει ο υπουργός Σταύρος Παπασταύρου, αυτοί οι περιορισμοί να αμβλυνθούν.
♦ Οι μελέτες ΤΠΣ και ΕΠΣ του νέου πολεοδομικού σχεδιασμού που υλοποιεί το ΥΠΕΝ με το πρόγραμμα «Κωνσταντίνος Δοξιάδης» με χρηματοδότηση περίπου μισό δις ευρώ από το Ταμείο Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας προσκρούουν στις προβλέψεις του θεσμικού πλαισίου για τις Ειδικές Περιβαλλοντικές Μελέτες, ύψους εκατοντάδων εκατομμυρίων ευρώ οι οποίες χρηματοδοτούνται από το ΕΣΠΑ. Τα χρονοδιαγράμματα ολοκλήρωσης των έργων τόσο του ΤΑΑ όσο και του ΕΣΠΑ στενεύουν και είναι ορατό πλέον το ενδεχόμενο να μπλοκαριστούν οι τελικές λύσεις τόσο των ΤΠΣ, ΕΠΣ όσο και των ΕΠΜ αλλά και να χαθεί μεγάλο μέρος της ευρωπαϊκής χρηματοδότηση τους, με ότι αυτό συνεπάγεται για τα κρατικά ταμεία, το έργο των μελετητών και την ολοκλήρωση του πολεοδομικού, χωροταξικού και περιβαλλοντικού σχεδιασμού.
♦ Στο μεταξύ η Ελλάδα όφειλε να έχει ολοκληρώσει τις ΕΠΜ για τις προστατευόμενες περιοχές από το 2021 και έχει ήδη καταδικαστεί από το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης για ελλιπή προστασία των περιοχών του δικτύου Νatura ενώ βρίσκεται αντιμέτωπη με νέες καταδίκες και πρόστιμα από την ΕΕ.
Οι 23 νέες Ειδικές Περιβαλλοντικές Μελέτες (ΕΠΜ), που εκπονούνται από το υπουργείο Περιβάλλοντος και Ενέργειας, για να καθορίσουν το καθεστώς προστασίας στις 446 περιοχές έρχονται αντιμέτωπες με την εκτός σχεδίου δόμηση, επεκτάσεις πόλεων και οικισμών, χρήσεις κατοικίας, τουρισμού, οδικών, ενεργειακών και των άλλων δικτύων, ιδιωτικές επενδύσεις και δημόσιες υποδομές αλλά και με ολόκληρες κατοικημένες πόλεις και νησιά, όπου ζουν πάνω από μισό εκατομμύριο πολίτες.

Τρύπα πολεοδόμησης υπό προϋποθέσεις στην 4η ζώνη των περιοχών Natura
Η νέα νομοθετική ρύθμιση του ΥΠΕΝ προβλέπει ότι από τις τέσσερις ζώνες προστασίας που έχουν θεσμοθετεί στις περιοχές Natura ανοίγει τρύπα πολεοδόμησης στην 4η ζώνη (χαμηλότερης προστασίας).
Στην 4η ζώνη, αυτή της βιώσιμης διαχείρισης φυσικών πόρων, που αφορά εκτάσεις προστατευόμενων περιοχών, προβλέπει η νέα ρύθμιση ότι είναι δυνατό να συνυπάρχουν «σχετικές πολιτισμικές αξίες ή/ και ανθρωπογενείς δραστηριότητες που προάγουν τη βιώσιμη διαχείριση φυσικών πόρων ή/ και τη βιώσιμη ανάπτυξη, αυτή, δηλαδή, που υπηρετεί την προστασία του περιβάλλοντος, την οικονομική ανάπτυξη, την κοινωνική συνοχή και την αντιμετώπιση της κλιματικής αλλαγής».
Σε τμήματα των ζωνών αυτών, που είναι όμορα με περιοχές εντός σχεδίου πόλεως ή εντός ορίων οικισμού, θα επιτρέπεται πλέον ο καθορισμός με Τοπικό ή Ειδικό Πολεοδομικό Σχέδιο οικιστικής περιοχής προς πολεοδόμηση έως και στο 20% του συνόλου της συγκεκριμένης ζώνης της προστατευόμενης περιοχής.
Η επέκταση οικισμού και σχεδίου πόλεως θα μπορεί σύμφωνα με τη νέα ρύθμιση να γίνει υπό συγκεκριμένες προϋποθέσεις και εφόσον σωρευτικά:
♦ δεν παραβλάπτεται η ακεραιότητα της περιοχής.
♦ είναι συμβατός με την οικεία εγκεκριμένη Ειδική Περιβαλλοντική Μελέτη (Ε.Π.Μ.),
♦ τεκμηριώνεται η αναγκαιότητα επέκτασης του σχεδίου πόλεως ή του οικισμού από μελέτη Τοπικού Πολεοδομικού Σχεδίου (Τ.Π.Σ.) ή Ειδικού Πολεοδομικού Σχεδίου (Ε.Π.Σ.) και
♦ η έκταση δεν υπερβαίνει ποσοστό 20% της συνολικής έκτασης της ζώνης της οικείας προστατευόμενης περιοχής και σε περίπτωση που στην Ε.Π.Μ. ορίζεται μικρότερο ποσοστό, το ποσοστό αυτό.
Από το ΥΠΕΝ σχετικά με τη νέα ρύθμιση με τίτλο «Εξορθολογισμός επιτρεπόμενων χρήσεων σε προστατευόμενες περιοχές Δικτύου «Natura 2000» – Τροποποίηση του άρθρου 19 του ν. 1650/1986» δίνονται οι ακόλουθες εξηγήσεις:
ΥΠΕΝ: “τα προβλήματα που δεν μπορούν διαρκώς να κρύβονται κάτω από το χαλί”
«Με τη διάταξη αυτή το ΥΠΕΝ επιχειρεί να οργανώσει ορθολογικά το χώρο και να εξαλείψει την άναρχη εκτός σχεδίου δόμηση που οδηγεί σε σημαντικές αρνητικές επιπτώσεις στο αστικό και έξω-αστικό τοπίο, καθώς και στο φυσικό περιβάλλον.
Προβλήματα που δεν μπορούν διαρκώς να κρύβονται κάτω από το χαλί με αποτέλεσμα χιλιάδες πολίτες σε χωριά και πόλεις της Ελλάδας, πόλεις όπως τα Γιάννενα, το Ναύπλιο η Καστοριά κλπ. να παραμένουν όμηροι και να διαιωνίζεται η αυθαιρεσία στον πολεοδομικό σχεδιασμό των περιοχών.
Οφείλουμε να διευκρινίσουμε ότι σε περιοχή Natura ανήκει το 28% του χερσαίου τμήματος της χώρας. Εντός Natura είναι αρκετές πόλεις, ολόκληρα νησιά και πάνω από 1.000 οικισμοί. Η διάταξη δεν αφορά δάση, αρχαιολογικούς χώρους, οικοτόπους προτεραιότητας, υγροτόπους κλπ., καθώς έχουν προβλεφθεί αυστηρές δικλείδες ασφαλείας για την προστασία του περιβάλλοντος.
Αναφέρεται ως δυνατότητα περιορισμένης επέκτασης με σχεδιασμό σε περιοχές με αυξητικές πληθυσμιακές πιέσεις που έχουν εξαντλήσει τις δυνατότητες περαιτέρω ανάπτυξης εντός του σχεδίου πόλης και μόνο εφόσον εφαρμόζονται σωρευτικά οι ακόλουθες προϋποθέσεις:
● είναι σε επαφή με πόλεις και οικισμούς,
● από την Ειδική Περιβαλλοντική Μελέτη έχουν καθοριστεί ως Ζώνες Βιώσιμης Διαχείρισης Φυσικών Πόρων (4η ζώνη) όπου ήδη επιτρέπεται ένα ευρύ φάσμα χρήσεων γης,
● να επιτρέπεται από την εγκεκριμένη Ειδική Περιβαλλοντική Μελέτη (ΕΠΜ) καθώς κρίνεται (η επέκταση του σχεδίου πόλης) συμβατή με το προστατευόμενο αντικείμενο και ότι δεν βλάπτει την ακεραιότητα της περιοχής ως προς τις οικολογικές της λειτουργίες
● δεν υπερβαίνουν το 20% της έκτασης των Ζωνών Βιώσιμης Διαχείρισης Φυσικών Πόρων,
● κρίνεται αναγκαία και να εξειδικεύεται στο πλαίσιο του Τοπικού ή Ειδικού Πολεοδομικού Σχεδίου της περιοχής, και υπό τους όρους και τις προϋποθέσεις που θέτει η εγκεκριμένη ΕΠΜ.
Τελικός στόχος είναι μια ισορροπημένη ανάπτυξη που να ικανοποιεί ορθολογικά τις πληθυσμιακές ανάγκες, να διατηρεί την ποιότητα ζωής και να διαφυλάσσει το φυσικό κεφάλαιο και τη βιοποικιλότητα».
Ολόκληρη η νομοθετική ρύθμιση στο νέο νομοσχέδιο του ΥΠΕΝ που τέθηκε σε διαβούλευση
Ολόκληρη η νομοθετική ρύθμιση στο νέο νομοσχέδιο του ΥΠΕΝ που τέθηκε σε διαβούλευση αναφέρει αναλυτικά τα ακόλουθα:
ΚΕΦΑΛΑΙΟ Γ’
ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΙΚΕΣ ΡΥΘΜΙΣΕΙΣ ΓΙΑ ΕΠΙΤΡΕΠΟΜΕΝΕΣ ΧΡΗΣΕΙΣ ΣΕ ΠΡΟΣΤΑΤΕΥΟΜΕΝΕΣ ΠΕΡΙΟΧΕΣ ΔΙΚΤΥΟΥ NATURA 2000 – ΤΡΟΠΟΠΟΙΗΣΕΙΣ Ν. 1650/1986
Άρθρο 98
Εξορθολογισμός επιτρεπόμενων χρήσεων σε προστατευόμενες περιοχές – Τροποποίηση άρθρου 19 ν. 1650/1986
Στο άρθρο 19 του ν. 1650/1986 (Α’ 160), περί κριτηρίων χαρακτηρισμού και αρχών προστασίας, επέρχονται οι ακόλουθες τροποποιήσεις: α) στην περ. δ) της παρ. 4, προστίθενται νέα εδάφια πέμπτο και έκτο, β) στην παρ. 5, οι λέξεις «καθεστώτα (όπως ενδεικτικά: δάση, αρχαιολογικοί χώροι και ζώνες προστασίας Α’ και Β’ αρχαιολογικών χώρων, βιότοποι)» αντικαθίστανται από τις λέξεις «καθεστώτα, όπως δάση, αρχαιολογικοί χώροι και ζώνες προστασίας Α’ και Β’ αρχαιολογικών χώρων, βιότοποι,», γ) προστίθεται παρ. 7 και, μετά από νομοτεχνικές βελτιώσεις, το άρθρο 19 διαμορφώνεται ως εξής:
«Αρθρο 19
Κριτήρια χαρακτηρισμού και αρχές προστασίας
1.α) Περιοχές προστασίας της βιοποικιλότητας χαρακτηρίζονται χερσαίες, υδάτινες, θαλάσσιες ή μικτού χαρακτήρα, φυσικές ή ημιφυσικές περιοχές με καταγεγραμμένη παρουσία τύπων φυσικών οικοτόπων και ειδών διεθνούς, ενωσιακής σημασίας ή/ και ελληνικού ενδιαφέροντος που χρήζουν προστασίας και διατήρησης. Οι περιοχές που συμπεριλαμβάνονται στον Εθνικό Κατάλογο Περιοχών του Ευρωπαϊκού Οικολογικού Δικτύου Natura 2000 χαρακτηρίζονται δια του παρόντος ως περιοχές προστασίας της βιοποικιλότητας και διακρίνονται σε ειδικές ζώνες διατήρησης, ζώνες ειδικής προστασίας και σε προτεινόμενους τόπους ενωσιακής σημασίας, σύμφωνα με την ειδικότερη κατάταξή τους στο Παράρτημα Ι και τους συνημμένους σε αυτόν Πίνακες 1 και 2 της κοινής απόφασης των Υπουργών Περιβάλλοντος και Ενέργειας και Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων υπ’ αρ. 50743/2017 «Αναθεώρηση εθνικού καταλόγου περιοχών του Ευρωπαϊκού Οικολογικού Δικτύου Natura 2000» (B’ 4432).
β) Περισσότερες περιοχές από τις παραπάνω που βρίσκονται σε γεωγραφική εγγύτητα μεταξύ τους μπορούν να συγκροτούν μία περιοχή προστασίας της βιοποικιλότητας. Δύνανται να ονοματοδοτούνται βάσει ενός ή περισσοτέρων από τα προστατευτέα αντικείμενα που φιλοξενούν ή/ και βάσει φυσικογεωγραφικών χαρακτηριστικών τους ή/ και βάσει της ιστορικής, χωρικής ή/ και διοικητικής τους ταυτότητας.
2. Ανεξαρτήτως της ένταξης στο δίκτυο Natura 2000, προστατευόμενες περιοχές μπορούν να χαρακτηρίζονται ως εξής:
α) Εθνικά πάρκα.
Ως εθνικά πάρκα, χερσαία, θαλάσσια ή μικτού χαρακτήρα, χαρακτηρίζονται οι μεγάλες σε έκταση φυσικές ή ημιφυσικές περιοχές στις οποίες λαμβάνουν χώρα οικολογικές λειτουργίες ευρείας κλίμακας με χαρακτηριστικά είδη και τύπους φυσικών οικοτόπων ενωσιακής σημασίας ή/ και ελληνικού ενδιαφέροντος, τα οποία χρήζουν προστασίας και διατήρησης. Τα εθνικά πάρκα δύνανται να ονοματοδοτούνται βάσει φυσικογεωγραφικών χαρακτηριστικών τους ή/ και βάσει της ιστορικής, χωρικής ή/ και διοικητικής τους ταυτότητας. Τα Εθνικά Πάρκα μπορούν να περιλαμβάνουν δύο ή περισσότερες περιοχές Natura 2000 ή/ και Περιοχές Προστασίας της Βιοποικιλότητας, ειδικά όταν αυτές χαρακτηρίζονται από ευρύ φάσμα οικοσυστημικών λειτουργιών με κοινά χωρικά, φυσικογεωγραφικά ή/ και αβιοτικά χαρακτηριστικά.
β) Καταφύγια άγριας ζωής.
Ως καταφύγια άγριας ζωής χαρακτηρίζονται περιοχές (χερσαίες, υγροτοπικές, θαλάσσιες ή μικτού χαρακτήρα) που αξιολογούνται ως κατάλληλες για την ανάπτυξη πληθυσμών της άγριας πανίδας και χλωρίδας ή ως βιότοποι αναπαραγωγής, διατροφής, διαχείμασης ειδών της άγριας πανίδας, ή ως περιοχές αναπαραγωγής ψαριών και συγκέντρωσης γόνου. Δύνανται να ονοματοδοτούνται βάσει της χωρικής ή/ και διοικητικής τους ταυτότητας. Ως Καταφύγια Άγριας Ζωής μπορούν να χαρακτηρίζονται και οι οικολογικοί διάδρομοι μεταξύ προστατευόμενων περιοχών.
γ) Προστατευόμενα τοπία και προστατευόμενοι φυσικοί σχηματισμοί.
Ως προστατευόμενα τοπία και προστατευόμενοι φυσικοί σχηματισμοί χαρακτηρίζονται, αντιστοίχως, λειτουργικά τμήματα της φύσης ή μεμονωμένα δημιουργήματά της (περιοχές ή στοιχεία σημειακού χαρακτήρα), που έχουν ιδιαίτερη οικολογική, γεωλογική ή γεωμορφολογική αξία ή συμβάλλουν στη διατήρηση των φυσικών διεργασιών και στην προστασία φυσικών πόρων, όπως δέντρα, συστάδες δέντρων και θάμνων, θαλάσσια προστατευτική βλάστηση, παρόχθια και παράκτια βλάστηση, φυσικοί φράχτες, καταρράκτες, πηγές, φαράγγια, θίνες, ύφαλοι, σπηλιές, βράχοι, απολιθωμένα δάση, δέντρα ή τμήματά τους, παλαιοντολογικά ευρήματα, κοραλλιογενείς γεωμορφολογικοί σχηματισμοί και γεώτοποι. Προστατευόμενοι φυσικοί σχηματισμοί που έχουν μνημειακό χαρακτήρα χαρακτηρίζονται ειδικότερα ως διατηρητέα μνημεία της φύσης. Ως Προστατευόμενοι Φυσικοί Σχηματισμοί είναι δυνατό να χαρακτηρίζονται επιμέρους περιοχές εντός Εθνικών Πάρκων, Περιοχών Προστασίας της Βιοποικιλότητας ή/ και Καταφυγίων Άγριας Ζωής και να εντάσσονται εντός ζωνών κλιμακούμενης προστασίας των περιοχών αυτών.
3. Οι περιοχές της παρ. 2 μπορούν είτε να συμπίπτουν με περιοχές της παρ. 1, είτε να περικλείουν μία ή περισσότερες από αυτές, είτε να τοποθετούνται εντός ή εκτός αυτών.
4. Στις περιοχές των παρ. 1 και 2 ορίζονται, με το προεδρικό διάταγμα της παρ. 4 του άρθρου 21, μία ή περισσότερες ζώνες προστασίας και διαχείρισης από τις παρακάτω:
α) Ζώνη απόλυτης προστασίας της φύσης: ως ζώνες απόλυτης προστασίας της φύσης ορίζονται εκτάσεις με εξαιρετικά ευαίσθητους τύπους φυσικών οικοτόπων, ή/ και με ενδιαιτήματα εξαιρετικά ευαίσθητων ειδών, των οποίων η παρουσία και αντιπροσωπευτικότητα εκτιμάται ως πολύ υψηλή ή η κατάσταση των οποίων επιτάσσει εξαιρετικά αυστηρή προστασία. Στις ζώνες απόλυτης προστασίας της φύσης επιτρέπονται μόνο ορισμένες ή/ και όλες από τις ειδικές κατηγορίες χρήσεων του άρθρου 14α του π.δ. 59/2018 (Α’ 114). Οι ειδικές αυτές χρήσεις επιλέγονται και δύναται να εξειδικεύονται, κατά περίπτωση, για κάθε προστατευόμενη περιοχή, βάσει της ειδικής περιβαλλοντικής μελέτης της παρ. 2 του άρθρου 21, με το προεδρικό διάταγμα της παρ. 4 του άρθρου 21.
β) Ζώνη προστασίας της φύσης: ως ζώνες προστασίας της φύσης ορίζονται εκτάσεις με τύπους φυσικών οικοτόπων, ή/ και με ενδιαιτήματα ειδών, των οποίων η παρουσία και αντιπροσωπευτικότητα εκτιμάται ως υψηλή ή η κατάσταση των οποίων επιτάσσει αυστηρή προστασία.
Στις ζώνες αυτές προστατεύεται το φυσικό περιβάλλον από δραστηριότητες ή επεμβάσεις που μπορούν να μεταβάλλουν ουσιωδώς προς το χειρότερο τη φυσική κατάσταση, σύνθεση ή εξέλιξή του. Απαγορεύονται ή περιορίζονται, σύμφωνα με τις ειδικότερες ρυθμίσεις της πράξης χαρακτηρισμού της προστατευόμενης περιοχής ή/ και του οικείου Σχεδίου Διαχείρισης, δραστηριότητες όταν η άσκησή τους έχει επιπτώσεις που υπονομεύουν τους στόχους διαχείρισης ή την αποτελεσματικότητα των μέτρων διαχείρισης της προστατευόμενης περιοχής. Στις ζώνες προστασίας της φύσης επιτρέπονται μόνο ορισμένες ή/ και όλες από τις ειδικές κατηγορίες χρήσεων του άρθρου 14β του π.δ. 59/2018. Οι ειδικές αυτές χρήσεις επιλέγονται και δύναται να εξειδικεύονται, κατά περίπτωση, για κάθε προστατευόμενη περιοχή, βάσει της ειδικής περιβαλλοντικής μελέτης της παρ. 2 του άρθρου 21, με το προεδρικό διάταγμα της παρ. 4 του άρθρου 21.
γ) Ζώνη διατήρησης οικοτόπων και ειδών: ως ζώνες διατήρησης οικοτόπων και ειδών ορίζονται εκτάσεις που υπόκεινται σε κατάλληλη διαχείριση για τη διασφάλιση ικανοποιητικού βαθμού διατήρησης των προστατευτέων αντικειμένων (τύπων φυσικών οικοτόπων και ειδών ενωσιακής σημασίας ή/ και εθνικού ενδιαφέροντος) που αυτές φιλοξενούν. Στις Ζώνες Διαχείρισης Οικοτόπων και Ειδών απαγορεύονται ή περιορίζονται, σύμφωνα με τις ειδικότερες ρυθμίσεις της πράξης χαρακτηρισμού της προστατευόμενης περιοχής ή/ και του οικείου Σχεδίου Διαχείρισης, δραστηριότητες, όταν αυτές είναι σε θέση μεμονωμένα, σωρευτικά με άλλες ή σε συνέργεια με άλλες, να υποβαθμίσουν τον βαθμό διατήρησης προστατευτέου αντικειμένου και ειδικά όταν η υποβάθμιση αυτή δρα αρνητικά στην κατάσταση διατήρησης του προστατευτέου αντικειμένου σε εθνικό επίπεδο. Στις ζώνες διατήρησης οικοτόπων και ειδών επιτρέπονται μόνο ορισμένες ή/ και όλες από τις ειδικές κατηγορίες χρήσεων του άρθρου 14γ του π.δ. 59/2018. Οι ειδικές αυτές χρήσεις επιλέγονται και δύναται να εξειδικεύονται, κατά περίπτωση, για κάθε προστατευόμενη περιοχή, βάσει της ειδικής περιβαλλοντικής μελέτης της παρ. 2 του άρθρου 21, με το προεδρικό διάταγμα της παρ. 4 του άρθρου 21.
δ) Ζώνη βιώσιμης διαχείρισης φυσικών πόρων: ως ζώνες βιώσιμης διαχείρισης φυσικών πόρων ορίζονται εκτάσεις προστατευόμενων περιοχών, στις οποίες είναι δυνατό να συνυπάρχει το προστατευτέο αντικείμενο μαζί με σχετικές πολιτισμικές αξίες ή/ και ανθρωπογενείς δραστηριότητες που προάγουν τη βιώσιμη διαχείριση φυσικών πόρων ή/ και τη βιώσιμη ανάπτυξη, αυτή, δηλαδή, που υπηρετεί την προστασία του περιβάλλοντος, την οικονομική ανάπτυξη, την κοινωνική συνοχή και την αντιμετώπιση της κλιματικής αλλαγής. Ανθρωπογενείς δραστηριότητες εντός της ζώνης αυτής, όταν μπορούν να οδηγήσουν σε υποβάθμιση του βαθμού διατήρησης του προστατευτέου αντικειμένου στην προστατευόμενη περιοχή και ιδιαιτέρως της κατάστασης διατήρησης του προστατευτέου αντικειμένου σε εθνικό επίπεδο, υπόκεινται σε κατάλληλες ρυθμίσεις βάσει των σχετικών προβλέψεων της πράξης χαρακτηρισμού της προστατευόμενης περιοχής και του οικείου Σχεδίου Διαχείρισης. Στις ζώνες βιώσιμης διαχείρισης φυσικών πόρων επιτρέπονται ορισμένες ή/ και όλες από τις ειδικές κατηγορίες χρήσεων του άρθρου 14δ του π.δ. 59/2018 (Α’ 114). Οι ειδικές αυτές χρήσεις επιλέγονται και δύναται να εξειδικεύονται, κατά περίπτωση, για κάθε προστατευόμενη περιοχή, βάσει της ειδικής περιβαλλοντικής μελέτης της παρ. 2 του άρθρου 21, με το προεδρικό διάταγμα της παρ. 4 του άρθρου 21. Σε τμήματα των ζωνών βιώσιμης διαχείρισης φυσικών πόρων, που είναι όμορα με περιοχές εντός σχεδίου πόλεως ή εντός ορίων οικισμού, επιτρέπεται ο καθορισμός με Τοπικό ή Ειδικό Πολεοδομικό Σχέδιο (Τ.Π.Σ. ή Ε.Π.Σ.) οικιστικής περιοχής προς πολεοδόμηση, εφόσον, σωρευτικώς: δα) δεν παραβλάπτεται η ακεραιότητα της περιοχής σύμφωνα με την παρ. 2 του άρθρου 10 του ν. 4014/2011 (Α’ 209),
δβ) είναι συμβατός με την οικεία εγκεκριμένη Ειδική Περιβαλλοντική Μελέτη (Ε.Π.Μ.), δγ) τεκμηριώνεται η αναγκαιότητα επέκτασης του σχεδίου πόλεως ή του οικισμού από μελέτη Τοπικού Πολεοδομικού Σχεδίου (Τ.Π.Σ.) ή Ειδικού Πολεοδομικού Σχεδίου (Ε.Π.Σ.) και δδ) η έκταση δεν υπερβαίνει ποσοστό είκοσι τοις εκατόν (20%) της συνολικής έκτασης της ζώνης της οικείας προστατευόμενης περιοχής και σε περίπτωση που στην Ε.Π.Μ. ορίζεται μικρότερο ποσοστό, το ποσοστό αυτό.
Σε κάθε περίπτωση, εφαρμόζονται οι απαγορεύσεις χρήσεων γης της παρ. 1 του άρθρου 9 του ν. 3937/2011 (Α’ 60).».
5. Στις ζώνες του παρόντος μπορεί να περιλαμβάνονται και περιοχές που υπάγονται σε ειδικά καθεστώτα, όπως δάση, αρχαιολογικοί χώροι και ζώνες προστασίας Α’ και Β’ αρχαιολογικών χώρων, βιότοποι, και απεικονίζονται στα, κατά περίπτωση, σχέδια χρήσεων γης.
6. Στις περιοχές της παρ. 2, στον βαθμό που δεν συμπίπτουν εδαφικά με περιοχές της παρ. 1, όπως και στις εκτάσεις της παρ. 4 του άρθρου 18, επιλέγονται και δύναται να εξειδικεύονται γενικές και ειδικές κατηγορίες χρήσεων γης από το σύνολο του π.δ. 59/2018.
7. Για το σύνολο των ζωνών της παρ. 4 επιτρέπονται:
α) δράσεις και παρεμβάσεις αποκλειστικά για τη βελτίωση της βιοποικιλότητας και τη διατήρηση του προστατευτέου αντικειμένου,
β) έργα και επεμβάσεις που κρίνονται απαραίτητες για λόγους προστασίας ή αποκατάστασης του φυσικού περιβάλλοντος.
γ) δράσεις και παρεμβάσεις που σχετίζονται με αρχαιολογικούς χώρους και μνημεία, όπως ανασκαφές και εργασίες συντήρησης και αποκατάστασης,
δ) έργα και επεμβάσεις λόγω εκτάκτου ανάγκης, ιδίως σεισμών, πλημμυρών, θεομηνιών και πυρκαγιάς, εάν μετά από την υλοποίησή τους, λαμβάνεται μέριμνα για την αποκατάσταση του περιβάλλοντος,
ε) η κολύμβηση, η πεζοπορία, η ορειβασία, η αναρρίχηση, η ιππασία, η περιήγηση σε σπήλαια, η κατάβαση ποταμού, η ανεμοπορία με αλεξίπτωτο πλαγιάς ή ο αιωροπτερισμός. Οι χρήσεις και δραστηριότητες των περ. α) έως ε) δύνανται να περιορίζονται ή να απαγορεύονται προσωρινά ή μόνιμα με την υπουργική απόφαση της άρθρου 21 ή με το προεδρικό διάταγμα της παρ. 4 του άρθρου 21, εφόσον αυτό κρίνεται απαραίτητο για τη διασφάλιση της ακεραιότητας της περιοχής ως προς τις οικολογικές της λειτουργίες ή την αποκατάστασή της σύμφωνα με το άρθρο 175 του ν. 5037/2023 (Α’ 78), περί αποκατάστασης χερσαίων και παράκτιων οικοσυστημάτων, οικοσυστημάτων γλυκών υδάτων και θαλάσσιων οικοσυστημάτων σε περιοχές του δικτύου «Natura 2000».».

